ἀράχνη

ἀράχνη
Grammatical information: f.
Meaning: `spider's web, spider' (Hp.),
Other forms: ἀράχνης m. `spider' (Hes.), ἄραχνος m. (A.); ἀράχνηκες ἀράχναι H. is reshaped after σφῆκες, μύρμηκες, σκώληκες etc..
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Medit.
Etymology: ἀράχνη can be from *ἀρακ-σνᾱ, like Lat. arāneus m. `spider', arānea f. `spider's web'. The word, limited to these two languages, is hardly IE (evt. *h₂rh₂-ek-). Connection with ἄρκυς is impossible if the word is IE, and for a substr. element also difficult. S. Gil Fernandez, Nombres 24f.
Page in Frisk: 1,129-130

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αράχνη — αράχνη, η και αράχνα, η το γνωστό έντομο που φτιάχνει το λεπτό ιστό, την αραχνιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀράχνη — spider s web fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀράχνης spider masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράχνῃ — ἀράχνη spider s web fem dat sg (attic epic ionic) ἀράχνης spider masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αράχνη — I Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του πορφυροβάφου Ίδμωνα που κατοικούσε στην Ύπαιπα της Λυδίας. Ήταν τόσο φημισμένη για τη δεξιοτεχνία της στην υφαντική και στο κέντημα, που ακόμα και οι νύμφες του Τμώλου και του Πακτωλού έτρεχαν να θαυμάσουν τη… …   Dictionary of Greek

  • αράχνη — [арахни] ουσ. Θ. паук …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀράχναι — ἀράχνη spider s web fem nom/voc pl ἀράχνᾱͅ , ἀράχνη spider s web fem dat sg (doric aeolic) ἀράχνης spider masc nom/voc pl ἀράχνᾱͅ , ἀράχνης spider masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργυρονήτης — Αράχνη βαθυπράσινη, μήκους 2 εκ. Ζει μέσα σε στάσιμα νερά, στις βόρειες και κεντρικές περιοχές της Ευρώπης. Για τον τρόπο της ζωής της λέγεται και υδραράχνη· μέσα σε ένα άδειο κοχύλι ή σε μια σχισμή του βυθού ή και στερεώνοντας το νήμα του πάνω… …   Dictionary of Greek

  • ἀραχνᾶν — ἀράχνη spider s web fem gen pl (doric aeolic) ἀράχνης spider masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀραχνῶν — ἀράχνη spider s web fem gen pl ἀράχνης spider masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράχναις — ἀράχνη spider s web fem dat pl ἀράχνης spider masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀράχνην — ἀράχνη spider s web fem acc sg (attic epic ionic) ἀράχνης spider masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.